- συνεκκεντέω
- συν-εκ-κεντέω, mit od. zugleich ausstechen
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
συνεκκεντούμενα — συνεκκεντέω pierce pres part mp neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
συνεκκεντήσωσι — συνεκκεντέω pierce aor subj act 3rd pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
συνεκκεντήσας — συνεκκεντήσᾱς , συνεκκεντέω pierce aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)